Posts

Showing posts from 2007

Υποθετικές αλήθειες

Κάποτε θα γραφτεί ένας στίχος που θα ‘ναι ο τελευταίος δε θα χρειάζεται να πούμε τίποτε άλλο η γλώσσα μας θα γίνει ένα με τον θάνατο του κόσμου κι εμείς αναστημένοι απ’ τη συνήθεια θα αρχίσουμε να μιλάμε έτσι όπως δε μιλήσαμε ποτέ Θα είναι όλα τόσο περιττά που η αναγκαιότητα τους θα μένει κάπου ξεχασμένη σα μια παλιά κακή συνήθεια η σειρήνα θα κρούει δίχως τον ήχο της αγωνίας το πρωινό θα βρέχει με ένα πέπλο στενής ευτυχίας δίχως βροχή μόνο με δάκρυα ακουμπισμένα δίπλα στην ανακούφιση σου η φωτιά θα πυρπολεί τα σώματα κι απ’ το φως της θα ακούγεται η λάμψη της μαγείας σου ο ποιητής θα γράφει δίχως λέξεις μόνο σιωπές θα γράφει και θα μιλάμε ξανά και ξανά για άλλες εποχές που δε γνωρίσαμε γι’ άλλες εποχές που ονειρευτήκαμε και ζήσαμε στη φαντασία μας θα ζούμε με την φαντασία μας και θα πεθαίνουμε στη φαντασία των άλλων όταν πλέον η αλήθεια τους δε θα χωράει τη δική μας Θα είναι στα αλήθεια όλα τόσο περιττά θα 'ναι σα να αρχίσαμε να ζούμε ανακα

Το αίμα της χρυσής τομής

H περίεργη όψη Η αλλόκοτη σιωπή Η πικρή γεύση Η αστεία αναμονή της Κυριακής Η σκέψη που ανασκαλεύει τα μύχια στους χτύπους μιας ανάσας Η μέρα με τα μεγάλα σύννεφα της εργασίας Τα καταποντισμένα λεπτά, Οι ώρες, οι μέρες που περάσανε σαν επανάληψη της ίδιας ιστορίας˙ ένας τροχός που τρέχει παράλληλα στο σύμπαν Ο άνθρωπος που κάθε βράδυ πλημμυρίζει τις γωνιές του κρεβατιού Στο στόμα μου άνθισε μια ξεχασμένη λέξη που δεν υπάρχουν γράμματα για να γραφτεί κι έτσι δε γράφεται πια˙ κρατιέται μόνο σφιχτά μέσα στη χούφτα και χτυπάει σε τοίχους Είναι η χρυσή τομή που ξέφτισε είναι το αίμα της που έπλυνε τη φαντασία μου και γράφω σαν από συνήθεια κακή Aρκεί μία στιγμή, μια ασήμαντη τυχαία σκέψη στο άπειρο της ύπαρξης για να κατανοήσεις το νόημα των πραγμάτων Εσύ˙ κι ο κόσμος να διαγράφει κύκλους στη τροχιά του πουθενά

Joy Division - Atmosphere

Walk in silence, Don’t walk away, in silence. See the danger, Always danger, Endless talking, Life rebuilding, Don’t walk away. Walk in silence, Don’t turn away, in silence. Your confusion, My illusion, Worn like a mask of self-hate, Confronts and then dies. Don’t walk away. People like you find it easy, Naked to see, Walking on air. Hunting by the rivers, Through the streets, Every corner abandoned too soon, Set down with due care. Don’t walk away in silence, Don’t walk away.

Η σκασμένη επιφάνεια

Image
Ένα ατύχημα που δεν έγινε ακόμα η σκόνη που καλύπτει τις επιφάνειες, σβήνει τις χαραμάδες -οι ατέλειες γίνονται ένα στο πέρασμα του χρόνου- ο ήχος της βρύσης στο τρίξιμο της νύχτας η ίδια σκασμένη επιφάνεια στον τοίχο, όλη μου η ζωή αυτή η σκασμένη επιφάνεια˙ ο καπνός που τυλίγει τα πνευμόνια το ξύλο που καίγεται καθώς το μυρίζεις το κασκόλ που ανεμίζει στο πέρασμα του αγνώστου οι φωνές που ακουμπούν τα αφτιά μου οι λέξεις χυμένες σκόρπιες χωρίς νόημα η γλώσσα που μουδιάζει χωρίς το φιλί σου το πρόσωπο σου πάνω στο δικό μου το πρόσωπο μου στο στήθος σου το δώρο το δικό μου δώρο η ζωή η ζωή πάνω σε μια σκασμένη επιφάνεια Πίνακας: Crack to the unknown by Elia Astfjord

Αυτοκαταστροφή

Image
Θέλω να αισθανθώ λίγο άνθρωπος και πάλι, να κάτσω μόνος, να θρέψω την μοναξιά μου με τα τσιγάρα της οργής και της συμπόνιας Όπως έκανα τότε ερήμην μου, μοναχική ιδέα στο μυαλό ενός θεού δραπέτη, προέκταση αυτής της ακατάσχετης ύφανσης του κόσμου, αιμορραγία που γίνεται ζωή στο τίποτα για να αποδείξει μιαν επανάληψη παρουσία κενού Θα μαλακώσει ο καιρός, το ξέρω˙ όλοι αυτοί οι άνθρωποι που στήνουν χορό γύρω απ’ το κεφάλι μου θα φύγουν το ξέρω Έμαθα να απομακρύνομαι σιωπηλά... Βαριέμαι την ακατάσχετη φλυαρία που πνίγει τη σιωπή μου και εκείνους που αγνοούν αυτή τη σιωπή Στις πέτρες είναι χαραγμένη η ομάδα αίματός μου τις πότισα με σκέψεις κόκκινες, δε με κυνήγησε ποτέ κανείς, κυνήγησα εγώ τον εαυτό μου Οι άνθρωποι της μοναξιάς είναι μόνοι γιατί το διάλεξαν κι έτσι πορεύονται ελεύθεροι στο άπειρο, ποτισμένοι απ’ τις επιλογές τους, παρέα με ασήμαντα πράγματα Ένα μολύβι, δυο κέρματα, μια γάζα, ένα κομμάτι ύφασμα, κι ένα τσιγάρο στο χέρι Το κάπνισμα βλάπτει το ξέρω Πίνακας: Skull with Burning

Σιγή και έρεβος

Το τυφλό νεκρόθυμο αγρίμι της σιγής πλακώνει πάλι τις ιδέες μου σα να ‘ναι τούτη η ησυχία η τελευταία κατάληξη της ζωής Ψηλαφιστά ψάχνω μες στη σιωπή την κατανόηση, με σάρκα και οστά τη βρίσκω ακουμπισμένη στην ίδια γωνιά, πάνω στην ίδια ασυνέχεια του χρόνου Η πίστη, αυτή η τυφλή αλήτισσα, με κοροϊδεύει μες στα μούτρα μου περιγελάει τις άναρθρες απόψεις μου, αμφισβητεί τα πώς και τα γιατί μου Φοβάμαι, όμως, πως πια δε με εκφράζουνε οι λέξεις Κάποτε όταν τα όνειρα θα ζωγραφίζονται στα σύννεφα και η ευαισθησία δε θα ‘ναι απλά ελάττωμα των αδυνάτων ή αθέμιτο όπλο στη σφαγή του κόσμου θα μιλήσω Όταν έρθει η ώρα να μιλήσω πραγματικά θα κάψω την ατσάλινη πόρτα που κρύβει τις βαρειές αποστάσεις της νύχτας -αυτές που περπατήσαμε παρέα με την μοναξιά των φίλων μας- και θα πεθάνω πάνω σε ένα όνειρο αναστημένος απ’ τον εφιάλτη

Nεκρό σημείο

Image
Σήμερα δε μ’ αγαπά ο ουρανός σήμερα με ξέχασαν οι άνθρωποι ο παπαγάλος στη γωνία δε λέει πλέον το όνομα μου κι η γλάστρα άνθισε χωρίς να την ποτίσω Ο κόσμος δε με χωράει σήμερα ποτέ δε με χώρεσε άλλοτε ήταν πολύ μεγάλος και με φόβιζε άλλοτε πολύ μικρός και πλάκωνε τα όνειρα μου Σήμερα δε με χωρούν οι άνθρωποι η γλώσσα τους, αυτή η περίεργη ξύλινη αυλόπορτα με κλείνει απέξω με το μυαλό μου παραγεμισμένο ελπίδες και ευαίσθητες σιωπές Σήμερα σιχάθηκα τις ευαισθησίες έγινα σκληρός γιατί έτσι με θέλετε σήμερα μιλάω με σύμβολα κι απ’ το λαιμό μου βγαίνει πάλι εκείνος ο κρυφός πυρετός, ο μαυρισμένος απ’ το αίμα μας Σήμερα φοβάμαι το μαύρο αίμα το κόκκινο νερό τα τσιγάρα που καίγονται το ένα μετά το άλλο σήμερα, το νερό, τα τσιγάρα, οι αυλόπορτες, οι σκληρές σιωπές˙ αύριο οι ευαισθησίες, τα σύμβολα, ο πυρετός, ο κόσμος το αύριο

Ανάσες

H ανάσα μου, οι ανάσες μας παραδέρνουν τις άκαρπες ελπίδες, ξεσηκώνουν θύελλες, απογυμνώνουν τραγουδησμένες αλήθειες, στο πέρασμα τους σπαράζει η ασυνέχεια του χρόνου που διδάχτηκες˙ Ο χώρος φυτρώνει γιορτές και τα δευτερόλεπτα στον καρπό σου ανταμώνουνε με τα λεπτά της καρδιάς μου Τα όνειρα, τα πρώτα, τα πρωινά πετάξαν χαρταετοί κι όλο αμολάνε και φεύγουνε και όλο πηγαίνουνε σε απάτητες ερειπωμένες αυταπάτες˙ Η ανάσα μας είναι φωτιά πριν προλάβει να κάψει ολότελα τα σωθικά μας βγαίνει σα πυρπολητής καίει τις πρώτες πρωινές εφημερίδες, τα λαχεία που πουλάν την τύχη στο ξεπούλημα εσύ, εγώ, ο άλλος παραδίπλα, θαμπώνεται απ’ τη φωτιά άλλοι παρατηρούν την ομορφιά στα πυροτεχνήματα της στιγμιαίας μας κραυγής, άλλοι γεύονται τα απανθρακωμένα δάκρυα της σκοτεινής μας απορίας, μα εμείς ξέρουμε πολύ καλά πως η ανάσα μας, οι ανάσες μας, αργοπεθαίνουν πάνω από ανούσια χαρτιά στις άκρες το δάχτυλων μας φυλλομετρώντας την απουσία μας

Η ποίηση της σιωπής

Νεκρή μοιάζει καμιά φορά η γλώσσα μου οι λέξεις μου δεν βρίσκουν νόημα στον ήχο της σιωπής μου Περπατώ και τα λόγια που δεν είπα με συνοδεύουνε με πιάνουν από τον ώμο γαργαλούν τα αυτιά μου με ένα ψίθυρο σα σούρσιμο σκουριασμένης αλυσίδας στο χώμα˙ γίνονται ήχοι, μελωδίες χειρονομίες γίνονται φως στο φως μιας μέρας που δεν αρκεί φωτιές ανάβουνε και καίνε σκιάχτρα στο προαύλιο των ψυχών Ίσως αυτό που ήθελα να πω να το έχω ήδη πει πέρασε όμως χωρίς κανείς να καταλάβει την άναρθρη σιωπή ούτε εγώ ο ίδιος... Ίσως σε άλλους καιρούς να βρουν μιαν άλλη ποίηση Ίσως η νέα ποίηση να μη χρειάζεται τις γλωσσικές αλήθειες μας να βγαίνει από το στόμα ανθρώπων αυθόρμητα σα διαμαρτυρία να φθάνει με κίτρινες φλόγες από τις γλώσσες των ερωτευμένων στις καρδιές μας Ίσως η ποίηση αυτή να μη χρειάζεται μολύβι και χαρτί η πρώτη ύλη της να είναι ο ρυθμός της βροχής στο χώμα και στα κάγκελα οι λέξεις της να είναι ο ήχος των βημάτων μας στην άσφαλτο τις Κυριακές Η ποίηση αυτή θα βγαίνει ανάλαφρα απ’ τα χαμόγελα

Η πόλη αυτή

Image
Δεν είναι ασυνήθιστο σε τούτη εδώ την πόλη να μένει σκοτεινή, το φως της μέρας δε τη φτάνει, κι αν κάποτε κάνει πως βγαίνει ο ήλιος, αμέσως γύρω του πληθαίνουν σύννεφα, σα παραστάτες μαυρισμένες να αλωνίζουν, σύμμαχοι και συνοδοιπόροι Σε τούτη εδώ την πόλη οι άνθρωποι γυρνάνε με κουκούλες˙ ξερά χωράφια κι εγκατάλειψη μυρίζει το χώμα στη βροχή˙ φοβούνται της βροχής το χάδι οι περαστικοί και δε μιλάνε, μόνο στα πρόσωπα χαράσσεται μια αγωνία, η δική μου κι η δική σου Από τις στέγες των σπιτιών κρέμεται η βροχή σα δάκρυ και σα στεγνώσει τη σκουπίζουμε στα βλέφαρα μας, νιώθοντας την αλμύρα της στα χείλη μας Εδώ οι δρόμοι δε στεγνώνουνε ποτέ, η υγρασία ολοένα σου θυμίζει ό,τι ξεχνάς, η πέτρα που θα ξαποστάσεις γίνεται ξυράφι, ο βοριάς κρεμάει στα χέρια σου δυο ζύγια˙ σε μαστιγώνει και νοσταλγείς στο μυαλό σου Τα αυτοκίνητα εδώ βιάζονται πολύ και σα περνούν από μπροστά σου βρέχουν με λίγο αίμα τα παπούτσια σου˙ από μέσα ισιώνουν τα βήματα σου, να περπατήσουν στην πληγωμένη ανηφοριά Σα συναντά

Pablo Neruda

Η Ποίηση Κι ήταν σ’ αυτή την ηλικία όταν η ποίηση ήρθε. Δεν ξέρω, δε ξέρω από πού εμφανίστηκε, από το χειμώνα ή από ένα ποτάμι. Δεν ξέρω πώς ή πότε, Όχι δεν ήτανε φωνές, δεν ήταν λέξεις, ούτε σιωπή αλλά το κάλεσμα του δρόμου, το κάλεσμα απ’ τα κλαδιά της νύχτας. Έξαφνα ανάμεσα στους άλλους ανάμεσα σε βίαιες φωτιές, ή επιστρέφοντας μόνος, βρισκόταν εκεί δίχως πρόσωπο και με άγγιζε Δεν ήξερα τι να πω, το στόμα μου ανίκανο να ονομάσει, τα μάτια μου στέκονταν τυφλά, μα κάτι άλλαζε μες στην ψυχή μου, πυρετός ή χαμένες φτερούγες και έτσι βρήκα τον τρόπο μου ακοκρυπτογραφώντας αυτή τη φωτιά, κι έγραψα τον πρώτο ανίσχυρο στίχο ασθενή, άυλο, καθαρό ανόητο. Παρθένα σοφία εκείνου που αγνοεί τα πάντα, κι ξάφνου είδα τον ουρανό, λυμένο κι ανοιχτό, πλανήτες, παλλόμενες φυτείες, διάτρητη σκιά, τρύπια από βέλη, φωτιές και λουλούδια, η νύχτα που σε τυλίγει, το σύμπαν Κι εγώ, ελάχιστη ύπαρξη μεθυσμένος α
Image
Φυσάνε άνεμοι ανάσες των τριγμών της λήθης˙ φύλλα παλιά νεκρόθυμα παρασέρνονται στου ονείρου το άγγιγμα παρατημένα, μεσάνυχτα κρυμμένα μες στα χρώματα που έχασαν το χρώμα τους στη σκοτεινιά της μνήμης Mε τρομάζει o θόρυβος της σιωπής μου όπως αντανακλάται πάνω στα μάτια σου, σαν ηλιαχτίδες επιστρέφει σε γραμμές διαστρεβλωμένες από νόμους αντανάκλασης πρωτάκουστους και είναι σα να την παρανόησες τούτη τη σιωπή το βλέπω καθαρά στη βουβή επιφάνεια των ματιών σου Χάνουν το νόημα oι λέξεις ντυμένες ένα χιτώνα φιλοφρόνησης για το χειμώνα της λιτότητας Βουλιάζω και βρίσκω πάλι μια σταλιά πυθμένα θάλασσας να ακουμπήσω απόκληρος αποκριάτικος άστεγος σε μία κωμωδία πού όλα μοιάζουν τόσο αστεία σαν ένα θάνατο Κυριακή πρωί λίγο πριν το ξημέρωμα ανάστασης Πίνακας: Cannibalism in Autumn by Salvador Dali

Abnocto

Image
Τα βράδια μπορώ και ταξιδεύω σε άλλους ουρανούς, δειπνώ παρέα με αστέρια που αναβοσβήνουν στο ρυθμό της σιωπής μου -το ξέρω με καταλαβαίνουνε- καμιά φορά τρώω και μερικά από δαύτα τα πιο ασθενικά μη λείψει η λάμψη απ’ τον ουρανό και το τρεμόσβησμα από τις καρδιές μας Τα βράδια περπατάω στο δρόμο μόνος μου˙ χωρίς παρέα ποιόν να εμπιστευτείς πια κι οι λιγοστοί φίλοι έχουνε γίνει κλίκες με δεμένα τα χέρια πιστάγκωνα παρέες της ανάμνησης του τίποτα και του κανένα Τα βράδια παίρνω τα μολύβια μου και ξύνω τη ζωή μου στη μύτη τους˙ δεν με φοβίζει τίποτα πια μπορώ να γράψω και να διαγράψω τα πάντα να μουτζουρώσω το πρόσωπο μου να βάψω τα χέρια μου με αίμα απ’ το κόκκινο χρώμα ενός πίνακα γεμάτο σουρεαλισμό Ο Σφαγιασμός της Αναγέννησης Τα βράδια μεταμορφώνομαι σε ζώο που γυρίζει στα όνειρά του περιπλανιέμαι σε μέρη επικίνδυνα μαζεύω μυρμήγκια και κατσαρίδες οι τσέπες μου έχουν γεμίσει από έντομα περπατάνε μέσα απ’ τα ρούχα μου φτιάχνουν φωλιές στην καρδιά μου -βλέπεις την τρύπα; εκεί είναι Tα β

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Image
The Outcast By Attilio Pic cirilli Να κοιμάσαι νηστικός Να κομάσαι νηστικός σε μια σοφίτα Να είσαι ο τεμπέλης του σπιτιού Να γίνεσαι σκουπίδι Όταν ανοίγεται ένα λερωμένο στόμα Θα σηκώσω το γιακά Για να φύγω σαν ένας ληστής Από το δικό μου σπίτι Θα κοιμηθώ στους δρόμους Για να νιώσω ολάκερη την πολιτεία Να τουρτουρίζει μαζί μου Στο παλτό μου έχω ένα λεκέ Αλλά είναι καλό που δεν τον βλέπω Θα το ξαπλώσω χάμω Και θα στρωθώ πάνω του Να πιω λίγη βραδυά Στη γωνιά του έρημου κήπου Θα αιστανθώ τη σελήνη Όπως δεν αιστάνθηκα τίποτε Στη ζωή μου Θα την αιστανθώ στα χείλια μου Σαν ένα αχλάδι Στα μάγουλα Σαν άλλα μάγουλα. Ο Γιώργος Σαραντάρης είναι, κατά την άποψή μου, από τους λίγους εκπροσώπους της γενιάς του που τα γραπτά του φέρνουν στην ποίηση κάτι τόσο νέο και ριζοσπαστικό. Εμφανίζεται στην Ελληνική ποίηση το 1931 και εισάγει ουσιαστικά στη γενιά του '30 έναν πρωτόγνωρο ρεαλιστικό λυρισμό. Αν και ο πρόωρος θάνατος του το 1941 δεν του επιτρέπει να συνεχίσει την λογοτεχνική του πορεία, το ι

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

Image
Οπισθόφυλλο από τη συλλογή 3 κλικ αριστερά Η μοναξιά... δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια της συννεφένιας γκόμενας. Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών και στα παγωμένα μουσεία. Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών "καλών" καιρών και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα. Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια βοιδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς κι ασορτί εσώρουχα. Η μοναξιά. Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά και μετριέται πιάτο-πιάτο μαζί με τα κομμάτια τους στον πάτο του φωταγωγού. Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά Μπουρνάζι - Αγ. Βαρβάρα - Κοκκινιά Τούμπα - Σταυρούπολη - Καλαμαριά Κάτω από όλους τους καιρούς με ιδρωμένο κεφάλι. Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄αλυσίδες τα τζάμια κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα

Αναμονή

Image
Σε βρίσκω συχνά να περιπλανιέσαι σε άδειους δρόμους˙ αναπνέω τη μυρωδιά απ’ τα μαλλιά σου στα φύλλα εκείνης της ιτιάς Ξυπνάω το πρωί και έρχεται το πρώτο φως σα σκέψη από τα μάτια σου, σα κλάμα από την αναμονή σου Περπατώ στα τραχιά περάσματα της πέτρας, γράφω τα πάθη ενός θεού κι ενός ανθρώπου γιατί η απόσταση πληγώνει ο χρόνος γίνεται εχθρός και χάνομαι χωρίς να μπορώ να θυμηθώ τη γεύση του φιλιού σου Πίνακας: Weeping Willow by Claude Monet

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Ο στρατιώτης ποιητής

Image
Δεν έχω γράψει ποιήματα μέσα σε κρότους μέσα σε κρότους κύλησε η ζωή μου Τη μιαν ημέρα έτρεμα την άλλην ανατρίχιαζα μέσα στο φόβο μέσα στο φόβο πέρασε η ζωή μου Δεν έχω γράψει ποιήματα δεν έχω γράψει ποιήματα μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνω (από τη συλλογή Τα Φάσματα ή η Χαρά Στον άλλο Δρόμο) Φωτογραφία: Poet's Walκ by Henri Silberman

CESARE PAVESE

Verra la morte e avra i tuoi occhi

Image
(Θα ’ρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου) Μετάφραση: Γιάννης Π. Παππάς [..]Έρχεσαι πάντοτε από τη θάλασσα κι’ έχεις φωνή πνιχτή και μάτια μυστικά όπως το νερό που τρέχει ανάμεσα στα βάτα το μέτωπο σου χαμηλωμένο, όπως ο συννεφιασμένος ουρανός. Κάθε φορά ξαναζείς σαν ένα πράγμα αρχαίο, πρωτόγονο, που η καρδιά το ήξερε ήδη και το’ σφιξε μέσα της. Κάθε φορά είναι ένα ξερίζωμα Κάθε φορά είναι ο θάνατος Εμείς αγωνιστήκαμε πάντοτε. Αυτός που καταλήγει στην σύγκρουση γεύθηκε το θάνατο και τον κουβαλάει στο αίμα του. Σαν καλοί εχθροί που δεν μισούνται πλέον Έχουμε την ίδια φωνή ,τον ίδιο πόνο και ζούμε αντικριστά κάτω από τον φτωχό ουρανό. Μεταξύ μας όχι παγίδες όχι ανώφελα πράγματα. θα πολεμάμε πάντα. πολεμάμε ακόμη θα πολεμάμε πάντα γιατί γυρεύουμε τον ύπνο του θανάτου αγκαλιασμένοι και έχουμε πνιχτή φωνή μέτωπο χαμηλό και άγριο και τον ίδιο ουρανό. Φτιαχτήκαμε γι’ αυτό. Αν εσύ ή εγώ υποκύπτουμε στη σύγκρουση ακολουθεί μια νύχτα μεγάλη που δεν είναι ειρήνη ή ανακωχή και δεν είναι θάνατος

Μας έπνιξε και μας ανέστησε

Image
Η βροχή ήρθε και πάλι χτυπά επίμονα πάνω σε δρόμους και πεζοδρόμια καρφώνει ένα καρφί σε κάθε πτώση στύβει μιαν αυτοκτονία πάνω στην τσίγκινη επιφάνεια με τις απλωμένες ματαιοδοξίες Η βροχή για την οποία μιλώ η βροχή που δεν υπολογίζει λιακάδες και κήπους με υακίνθους εκείνη που σε χτυπά αλύπητα με τις σταγόνες της εκείνη που σου σκαρώνει αμέσως την πιο μοναχική γωνιά να ταξιδέψεις στα νερά της με τις τρύπιες βάρκες σου καρφώνεται στα μάτια σου σα βέλος σε παρασέρνει στο χορό της Πριν καν το καταλάβεις αρχίζεις να βρέχεις κι εσύ μαζί της βρέχεις στους πόρους του δέρματος σου βρέχεις στα μάγουλα σου βρέχεις στo παντελόνι σου βρέχεις για τη βροχή Τα βράδια χτυπάει το παράθυρο μου περιμένει εκεί υγρή γυμνή γυναίκα να της ανοίξω πέφτει κάτω και σπάει, οι σάρκες της απλώνονται γίνονται ένα περνάνε στην απέραντη σιωπή ενός χάους που λιμνιάζει Δε τη φοβάμαι τη βροχή ποια δικαιολογία μου απέμεινε άλλωστε για να περιφέρομαι με βρεγμένα μάγουλα με βρεγμένα παντελόνια στον κόσμο της στεγνής υποκρ

Πράσινη συγχορδία

Image
Η βροχή στο χώμα μυρίζει νοσταλγία... Οι ανθισμένοι καρποί βαραίνουνε στις τελευταίες στάλες μιας δακρυσμένης Κυριακής και εγώ ταξιδευτής ονείρου-φαντασίας ποτίζω τη συνείδησή μου με περιττή υγρασία Το φεγγάρι βάφεται στα χρώματα της σιωπής μια κίτρινη ωχρή μελαγχολία κι η συγχορδία αυτή με αγκιστρώνει σα μια συνομιλία μεταξύ ουρανού και γης Ξέρεις τι χρώμα έχει η σιωπή; -ρωτάω- κι η απάντηση ζωγραφίζεται μέσα μου τόσο γαλήνια που όλη η πλάση κλείνεται σε ένα κουτάκι άνοιξης να το κρατάω μυστικά στην τσέπη μου, για φυλαχτό...

Αποσύνθεση

Image
Η λάσπη κατατρώει τα ξερά φύλλα μιας ανακυκλούμενης παρωδίας, ξανά και ξανά το φεγγάρι γεμίζει στην λάμψη των ματιών και ένας άλλος πλανήτης γιγαντώνεται πάνω απ’ το κεφάλι μου Πνιγμένος στην ίδια μου την αναπνοή, το τώρα χάνει κάθε προσανατολισμό του Η όραση στα μάτια γεύεται την αποτυχία της συνείδησης και το σώμα – έρμαιο του χώρου – επιστρέφει στην πεπαλαιωμένη κατάσταση μιας προπατορικής παρανόησης Τα μήλα της απόγνωσης μυρίζουνε φωτιά και η γεύση στο στόμα καίγεται στους καταρράκτες μιας πλεονάζουσας, πλέον, διηρημένης ασυνέχειας

Ιριδίζουσες γραμμές

Image
Θέλω και πάλι να σε δω, στα δυο σου μάτια να κοιτάξω˙ να αντικρίσω τις ιριδίζουσες γραμμές και στα κυματιστά νερά να ατενίσω το βάθος μιας θάλασσας και να χαθώ στον αέρα της δική σου πλεύσης Θέλω να νιώσω το άγγιγμα σου, να μπλεχτώ ανάμεσα στα στήθη σου, να πλέξω στα μαλλιά σου μια αναζήτηση, και να χαράξω δυο κόκκινα φιλιά στα χείλη σου Έτσι μαζί σου θέλω να ‘μαι˙ απλός εξερευνητής της πρώτης και ανεξέλικτης ανάγκης των σωμάτων. Πάνω στους πόρους του δέρματος σου να κολλήσω, σα στόματα αδηφάγα να ρουφίξουνε κάθε κομμάτι σώματος, κάθε δροσιά ζωής˙ να ασφυκτιώ και πάλι σε ένα σύμπλεγμα σάρκας και να αναζητώ σαν πνιγμένος τη στερνή ανάσα σου Αποκαμωμένος θα ξαπλώσω ανάμεσα στα χέρια σου, αφού θα έχω αδειάσει μέσα σου ένα κομμάτι της ψυχής μου, μεταμορφωμένο στην ίδια μου την ύπαρξη, στο υλικό απόσταγμα της ανάγκης να σου πω σ’αγαπώ

Αυτοκριτική

Image
Πιάνομαι εύκολα από ανούσιες αλήθειες Όσο κι αν πιστεύω το αντίθετο η αποδοχή θα είναι πάντα το ύστατο αγαθό που σαν εξιλαστήριο θύμα αναζητώ Κι όλα αυτά που μισήσαμε μα ακόμα κυνηγάμε είναι φωτιά που καίει τα φτερά μας είναι μια μαύρη τρύπα που σκοτεινή κι αθόρυβη ρουφάει κάθε συμπαντική αλήθεια που μας έθρεψε Έχω τουλάχιστον την ικανοποίηση ότι δεν αυταπατώμαι σε μια εποχή που ο βαυκαλισμός είναι πιο δημοφιλής κι απ’τον αυνανισμό

Χρόνος

Image
Χρόνος αρρώστιας τροχός στο παλτό μου Χρόνος προσδόκιμος αδόκιμος πόνος καρτέρι και μνήμες χαράσσουν τον νου γδαρμένος επίδεσμος λεπτού πυρετού Χρόνος μιζέριας εκκρεμές που κρεμάει Χρόνος σακάτης στην καρδιά μου χτυπάει δρόμος κραυγές πρόσωπα ξένα πόδια που τρέχουνε κεφάλια σκυμμένα Χρόνος λιωμένος πινέλα λευκά Χρόνος ζωσμένος καρφιά και γυαλιά Χρόνος ως πότε Χρόνος για πάντα -στάσου για λίγο -βιάσου περπάτα Χρόνος χαμένος μου λες δεν σου φτάνει Χρόνος γεμάτος μικρές παραστάσεις απώλειες χέρια ανάβουν φωτιές μικρές προσευχές Παλάτια στο τέλμα πλημμύρες βουρκώνουν μάτια στο χρόνο ξανά πώς ματώνουν Χρόνος που φεύγει για ‘σένα Χρόνος που μένει για ‘μένα

Ανασκευή

Αγωνίζομαι ακόμα να κατανοήσω την οντότητα μου να διυλίσω την ασφυκτικά περιορισμένη φαντασία μου, φυλακισμένη στα ανθρώπινα μέτρα Να χωροθετήσω την ύπαρξη μου σε χρονικές στιγμές ασυνεχείς και κατακερματισμένες Στην ανάσα τους συσσωρεύεται μια μνήμη που συνθέτει εικόνες περασμένες σε συνεχή αποσύνθεση Τις αναδημιουργώ σαν τρίτος παρατηρητής όλα έγιναν ερήμην μου και η συμμετοχή μου περιορίζεται στην απλή εξιστόρηση Δεν έδρασα εγώ αλλά ένα πρόσωπο που υπήρξε για ένα απειροελάχιστο τμήμα χρόνου Μέχρι να αναλωθεί εκείνη η στιγμιαία σύνθεση εύσαρκης βιολογικής υπόστασης μέχρι να αναδομηθεί η σκέψη που συνθέτει τη συνείδηση μου Η γλώσσα μου μια στείρα επανάληψη του πρώτου ουρλιαχτού ενός πρωτόπλαστου Μια ανεμοδαρμένη ξύλινη ντουλάπα παραδομένη στην υγρασία ενός δακρυσμένου ουρανού αρχέγονη κληρονομιά κυοφορεί κάθε αναπόληση και αναμονή μου κάθε τι οριστικά χαμένο σε χρόνο αόριστο και σκουριασμένο Γλώσσα που τρίζει σα βραδύγλωσσο τριζόνι και σε εκνευρίζει ανασύρει κίβδηλους ήχους που γρα