Posts

Showing posts from September, 2007

Σιγή και έρεβος

Το τυφλό νεκρόθυμο αγρίμι της σιγής
πλακώνει πάλι τις ιδέες μου
σα να ‘ναι τούτη η ησυχία η τελευταία κατάληξη της ζωής
Ψηλαφιστά ψάχνω μες στη σιωπή την κατανόηση,
με σάρκα και οστά τη βρίσκω
ακουμπισμένη στην ίδια γωνιά,
πάνω στην ίδια ασυνέχεια του χρόνου

Η πίστη, αυτή η τυφλή αλήτισσα, με κοροϊδεύει μες στα μούτρα μου
περιγελάει τις άναρθρες απόψεις μου,
αμφισβητεί τα πώς και τα γιατί μου

Φοβάμαι, όμως, πως πια δε με εκφράζουνε οι λέξεις

Κάποτε όταν τα όνειρα θα ζωγραφίζονται στα σύννεφα
και η ευαισθησία δε θα ‘ναι απλά ελάττωμα των αδυνάτων
ή αθέμιτο όπλο στη σφαγή του κόσμου
θα μιλήσω
Όταν έρθει η ώρα να μιλήσω πραγματικά
θα κάψω την ατσάλινη πόρτα που κρύβει τις βαρειές αποστάσεις της νύχτας
-αυτές που περπατήσαμε παρέα με την μοναξιά των φίλων μας-
και θα πεθάνω πάνω σε ένα όνειρο
αναστημένος απ’ τον εφιάλτη

Nεκρό σημείο

Image
Σήμερα δε μ’ αγαπά ο ουρανός
σήμερα με ξέχασαν οι άνθρωποι
ο παπαγάλος στη γωνία δε λέει πλέον το όνομα μου
κι η γλάστρα άνθισε χωρίς να την ποτίσω


Ο κόσμος δε με χωράει σήμερα
ποτέ δε με χώρεσε
άλλοτε ήταν πολύ μεγάλος και με φόβιζε
άλλοτε πολύ μικρός και πλάκωνε τα όνειρα μου

Σήμερα δε με χωρούν οι άνθρωποι
η γλώσσα τους, αυτή η περίεργη ξύλινη αυλόπορτα
με κλείνει απέξω
με το μυαλό μου παραγεμισμένο ελπίδες και ευαίσθητες σιωπές

Σήμερα σιχάθηκα τις ευαισθησίες
έγινα σκληρός γιατί έτσι με θέλετε
σήμερα μιλάω με σύμβολα
κι απ’ το λαιμό μου βγαίνει πάλι εκείνος ο κρυφός πυρετός,
ο μαυρισμένος απ’ το αίμα μας

Σήμερα φοβάμαι το μαύρο αίμα
το κόκκινο νερό
τα τσιγάρα που καίγονται το ένα μετά το άλλο
σήμερα, το νερό, τα τσιγάρα, οι αυλόπορτες, οι σκληρές σιωπές˙
αύριο
οι ευαισθησίες,
τα σύμβολα,
ο πυρετός,
ο κόσμος
το αύριο

Ανάσες

H ανάσα μου,
οι ανάσες μας
παραδέρνουν τις άκαρπες ελπίδες,
ξεσηκώνουν θύελλες,
απογυμνώνουν τραγουδησμένες αλήθειες,
στο πέρασμα τους σπαράζει η ασυνέχεια του χρόνου που διδάχτηκες˙

Ο χώρος φυτρώνει γιορτές και τα δευτερόλεπτα στον καρπό σου
ανταμώνουνε με τα λεπτά της καρδιάς μου
Τα όνειρα, τα πρώτα, τα πρωινά πετάξαν χαρταετοί
κι όλο αμολάνε και φεύγουνε και όλο πηγαίνουνε
σε απάτητες ερειπωμένες αυταπάτες˙

Η ανάσα μας είναι φωτιά
πριν προλάβει να κάψει ολότελα τα σωθικά μας
βγαίνει σα πυρπολητής
καίει τις πρώτες πρωινές εφημερίδες,
τα λαχεία που πουλάν την τύχη στο ξεπούλημα
εσύ, εγώ, ο άλλος παραδίπλα, θαμπώνεται απ’ τη φωτιά
άλλοι παρατηρούν την ομορφιά στα πυροτεχνήματα της στιγμιαίας μας κραυγής,
άλλοι γεύονται τα απανθρακωμένα δάκρυα της σκοτεινής μας απορίας,
μα εμείς ξέρουμε πολύ καλά πως η ανάσα μας, οι ανάσες μας,
αργοπεθαίνουν πάνω από ανούσια χαρτιά
στις άκρες το δάχτυλων μας
φυλλομετρώντας την απουσία μας