Η μάνα

Γλείφω τη ρόγα της συνείδησης, ένα κόκκινο γλειφιτζούρι που ξεχνιέμαι, η αιχμή του δόρατος, να ματώνω πάνω του τη γλώσσα μου, μας το ‘δωσε κάποτε για δώρο ένας μαύρος ουρανός˙ λίγο πριν πέσουμε, θηλάσαμε απ’ το στήθος άσπρες σταγόνες γάλα Μια μάνα, νεκρή πλέον, ψάχνει το μωρό της στο σταυρό τα δάκρυα της ανασκαλεύουν τις πληγές μας Που θα βρούμε μια μάνα να κλάψει για μας τώρα που οι μάνες δε μας θηλάζουν πια και τα δάκρυα μεγάλωσαν κι αυτά και δε συγχωρούνται Μη κλαις˙ τα δάκρυα της είναι καρφιά στα χέρια που μας άγγιξαν, θα αναστηθεί μη κλαις Χωμένοι μες στη χοάνη του κενού αλλάζουμε μες στους αιώνες Κρεμασμένοι στο αντίπερα παράλληλο σύμπαν εγώ αλλάζω, εσύ με αλλάζεις, αυτός σε αλλάζει εμείς σε αλλάζουμε αυτοί μας αλλάζουνε εμείς τους αλλάζουμε και που θα βρούμε, τώρα, άλλες Μαγδαληνές; τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον; να γεμίσουν με τη λαγνεία τους τις μέρες εκείνες που η αγάπη μας πρόδωσε να γίνουν οι μαυροφορεμένες αγίες μας, που αγάπησαν πολύ και μας αγάπησαν, αμαρτωλές κι αγνές γ...