Posts

Η μάνα

Image
Γλείφω τη ρόγα της συνείδησης, ένα κόκκινο γλειφιτζούρι που ξεχνιέμαι, η αιχμή του δόρατος, να ματώνω πάνω του τη γλώσσα μου, μας το ‘δωσε κάποτε για δώρο ένας μαύρος ουρανός˙ λίγο πριν πέσουμε, θηλάσαμε απ’ το στήθος άσπρες σταγόνες γάλα Μια μάνα, νεκρή πλέον, ψάχνει το μωρό της στο σταυρό τα δάκρυα της ανασκαλεύουν τις πληγές μας Που θα βρούμε μια μάνα να κλάψει για μας τώρα που οι μάνες δε μας θηλάζουν πια και τα δάκρυα μεγάλωσαν κι αυτά και δε συγχωρούνται Μη κλαις˙ τα δάκρυα της είναι καρφιά στα χέρια που μας άγγιξαν, θα αναστηθεί μη κλαις Χωμένοι μες στη χοάνη του κενού αλλάζουμε μες στους αιώνες Κρεμασμένοι στο αντίπερα παράλληλο σύμπαν εγώ αλλάζω, εσύ με αλλάζεις, αυτός σε αλλάζει εμείς σε αλλάζουμε αυτοί μας αλλάζουνε εμείς τους αλλάζουμε και που θα βρούμε, τώρα, άλλες Μαγδαληνές; τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον; να γεμίσουν με τη λαγνεία τους τις μέρες εκείνες που η αγάπη μας πρόδωσε να γίνουν οι μαυροφορεμένες αγίες μας, που αγάπησαν πολύ και μας αγάπησαν, αμαρτωλές κι αγνές γ...

Η μάχη των λέξεων και των ανθρώπων

"Pink Floyd- Us And Them"

Us, and them And after all we're only ordinary men. Me, and you. God only knows it's noz what we would choose to do. Forward he cried from the rear and the front rank died. And the general sat and the lines on the map moved from side to side. Black and blue And who knows which is which and who is who. Up and down. But in the end it's only round and round. Haven't you heard it's a battle of words The poster bearer cried. Listen son, said the man with the gun There's room for you inside. "I mean, they're not gunna kill ya, so if you give 'em a quick short, sharp, shock, they won't do it again. Dig it? I mean he get off lightly, 'cos I would've given him a thrashing - I only hit him once! It was only a difference of opinion, but really...I mean good manners don't cost nothing do they, eh?" Down and out It can't be helped but there's a lot of it about. With, without. And who'll deny it's what the fighting's all a...

Τέταρτη διάσταση

Η κάθε μέρα έρχεται ίδια με τη προηγούμενη, ο χρόνος, λέει, κατοικεί γύρω μας, ποτέ δε περνά ˙ αιωρείται πάνω απ’ τα κεφάλια μας καπνίζει απ’ το τσιγάρο μας, τρώει απ’ το φαί μας, πίνει απ’ το νερό μας, το βράδυ πέφτει για ύπνο δίπλα μας κι εμείς παλεύουμε με τα φαντάσματα του παρελθόντος στα όνειρα μας

Αναίτια

Πλυμένο το χώμα στη φλοίδα της γης, εσύ, τόσο διαφορετική, σχεδόν ανύπαρκτη, στο ρόλο της λησμονιάς , το χέρι μου ακουμπά στο πρόσωπο σου˙ κρατά ακόμα λίγη απ’ τη θέρμη σου, η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος σμίγει με την ανάμνηση του σώματος σου Όλα αλλοιώνονται τα συναισθήματα μας, οι σκέψεις μας, οι άνθρωποι, το πρόσωπο σου στο σημείο που ακούμπησα Με τα χέρια στο μέλλον και με το μέτωπο ακουμπισμένο στο παρόν, έθαψα πίσω μου μια ελπίδα κάποτε να ανθίσει, μάτια βαμμένα απ’ τη σκιά της αναμονής, χωρίς να περιμένουν τίποτα, μόνο ένα κομμάτι γης ν’ αναστηθούν

Το γρανάζι

Το κρύο σχηματίζει μια δεμένη απορία στο παλτό μου, το θλιμμένο πεζοδρόμιο αραδιάζει ένα σωρό ιστορίες, στα αυτιά μου βουίζει και πάλι ο ήχος μιας πληγής που είχα κρατήσει κλειστή, τώρα πάλι αιμορραγεί˙ δεν είναι δικό μου το χρέος, είναι βράδυ κι είμαι απλά φοβισμένος Νιώθω την κρύα ανάσα της γης στο πρόσωπο μου, στο δέρμα μου δεν υπάρχει πια εαυτός μόνο συλλογική ευθύνη, πρέπει να κρατηθώ, όμως τ’ αστέρια μοιάζουν τόσο μακρινά κι είναι ένας ρομαντισμός που δε θα μου επέτρεπα ποτέ Όλα γίνονται τόσο ανούσια κι αστεία που τελικά προτιμώ να κολλήσω πάνω τους, το μυαλό μου είναι πλέον λιωμένο καύσιμο η μηχανή με ρουφά, το γρανάζι τρίζει, κι εγώ γυρίζω με σπασμένα δόντια όλο γυρίζω 11/01/2008

Καληνύχτα - Σωκράτης Μάλαμας

Get this widget | Track details | eSnips Social DNA Eίν' ακριβός ο αέρας που φτύνεις, ακριβό το ποτό και το πίνεις. Tρύπιες τσέπες και μακό φανελάκι, είν' ο κόσμος μπουκιά και φαρμάκι, είν' ο κόσμος δροσιά κι αεράκι. Λύσσα ο έρωτας, χάδι ο έρωτας, κόκκινα μάτια μου μή με ρωτάς. Στα 17 σου πηδάς το καλάμι, στα 19 σου κανείς δεν σε πιάνει. Tρεκλίζεις στο δρόμο, μεθάς με τον πόνο· σε λίγα χρονάκια δεν ξέρεις πού πας. Eνήλικο μούτρο ανοίγεις γραφείο. Tα πεντοχίλιαρα μυρίζουν αιδοίο. Γλυκά νανουρίζεις το ρήγμα π' ανοίγει, το ξέρεις καλά η ζωή σου έχει φύγει· συμβόλαιο στο πάθος που λήγει. Θηλιά ο έρωτας, ανάγκη ο έρωτας, καμμένα μάτια μου μη με ρωτάς. Tρεκλίζεις στο δρόμο, μεθάς με τον πόνο· φοβάσαι και ξέρεις πού πας. Oλοι οι καριόληδες μια εταιρία. Σάπια ηλικία και αδυναμία. Γελάει ο χρόνος και λάμπει ανθισμένος στο δρόμο σκοτώνει κι είναι κερδισμένος. Σπάει το νήμα κι αναρωτιέσαι: τόσα χρονάκια γιατί να τραβιέσαι; Στάχτη ο έρωτας, μνήμη ο έρωτας, γέρικα μ...

Kίτρινα φώτα

Ζωή κάτω απ' τα κίτρινα τα φώτα τρίζουν τα τζάμια στη λύσσα του αέρα ήχοι παλεύουνε να βγουν απ’ τη σιωπή σε ένα δωμάτιο που πονά με κάθε αναπνοή Μένω εδώ κλεισμένος στους καπνούς με τις φωτιές να κρέμονται στους τοίχους ένα κυνήγι από φωνές και αναμνήσεις η ζωή γεύση από σκουριασμένο μέταλλο και θλίψη Μα πώς να μάθουμε να ζούμε απ’ την αρχή ανοίγω δρόμο να σε βρω να με ακούσεις φλόγες στα μάτια να δακρύζει η σιωπή τα όνειρα μου ξεχασμένες παρορμήσεις Μένω εδώ κλεισμένος στους καπνούς με τις φωτιές να κρέμονται στους τοίχους ένα κυνήγι από φωνές και αναμνήσεις η ζωή γεύση από σκουριασμένο μέταλλο και θλίψη